Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Επιλεγμένα

Η αυτοβελτίωση δεν είναι πάντα εξέλιξη. Ποιά είναι η διαφορά;

  Photo: Pexels Πηγή:  River Crane   Ο εσωτερικός κριτής που δεν σωπαίνει ποτέ εντελώς, όση πρόοδος κι αν σημειωθεί — αυτό δεν είναι εξέλιξη. Αυτό είναι το πρόβλημα, μεταμφιεσμένο σε εξέλιξη.   Δύο άνθρωποι κάθονται σε ένα πιάνο. Ο πρώτος παίζει προσεκτικά, σωστά — η προσοχή του είναι στραμμένη προς τα έξω, προς το δωμάτιο, συντονισμένη όχι μόνο με τη μουσική, αλλά και με το πώς αυτή γίνεται αντιληπτή. Υπάρχει προσπάθεια σε αυτό, και κάτι ακόμα: μια βουβή παρακολούθηση, μια ανίχνευση της ατμόσφαιρας για σημάδια έγκρισης. Το παίξιμο είναι τεχνικά άρτιο. Αλλά κάτω από τις νότες, κάτι κοπιάζει πολύ σκληρά. Ο δεύτερος άνθρωπος κάθεται και απλώς παίζει. Το δωμάτιο υπάρχει. Οι άνθρωποι μέσα σε αυτό υπάρχουν. Όμως η προσοχή του βρίσκεται εξολοκλήρου αλλού — μέσα στην ίδια τη μουσική, ακολουθώντας κάτι που δεν έχει καμία σχέση με το πώς θα το εισπράξουν οι άλλοι. Η ποιότητα αυτής της προσοχής είναι απτή. Μια ενέργεια ξεπηδά μέσα από το παίξιμο, η οποία δεν υπήρχε στις νότες....

Αυγουστιάτικη Λέσχη Μοναστών: ένα βιβλίο που μυρίζει αντηλιακό και θαλασσινό αλάτι.



Πόσο χαίρομαι να συναντώ νέους ανθρώπους πολυδιάστατους, με ενδιαφέρον για την κοινωνία και τη συγγραφή. Θαυμάζω την ωριμότητα με την οποία στέκονται απέναντι στη γνώση και στη ζωή, καθώς και τον τρόπο που εκφράζουν πάνω στο χαρτί, το πως αντιλαμβάνοται τον κόσμο.

Ένας τέτοιος άνθρωπος είναι και ο συγγραφέας της Αυγουστιάτικης Λέσχης Μοναστών, των εκδόσεων Κομνηνός, Νικόλαος Μερεντίτης. Είμαι σίγουρη πως θα καταλάβετε τι εννοώ, αμέσως μόλις διαβάσετε τη συνέντευξή μας: 

·      Νικόλα, πες μας λίγα λόγια για σένα: ό,τι θεωρείς πιο σημαντικό και αισθάνεσαι ότι σε καθορίζει.

Αρχικά, ευχαριστώ πολύ για την πρόσκληση και την ευκαιρία για συνέντευξη.

Λίγα πράγματα για εμένα…. Το πρώτο πράγμα που μου έρχεται στο μυαλό είναι να μιλήσω για την επαγγελματική μου δραστηριότητα, αυτή του Φιλολόγου ειδικής εκπαίδευσης, αλλά λέω να μοιραστώ κάτι πιο προσωπικό. Όχι ότι η επαγγελματική επιλογή δεν είναι, αλλά καταλαβαίνεις… Οπότε, ψάχνοντας λίγο, νομίζω ότι θα μοιραστώ πως μου αρέσει η εξερεύνηση και η μάθηση. Μου αρέσει η αίσθηση τη κίνησης και η ποιοτική ανάπαυλα. Αλλά και το ποιοτικό «σάπισμα». Το ονειροπόλημα κι ας ξέρω ότι είναι αυτό και τίποτα άλλο.  Το ονειροπόλημα που κάπου μπορεί να βγάζει. Αγαπώ την τέχνη κι εκτιμώ την καλλιτεχνική έκφραση. Χωρίς αυτό να σημαίνει πως δε θεωρώ πως υπάρχουν κριτήρια σε αυτό. Με απασχολεί πολύ η αισθητική, ίσως παραπάνω από όσο θα ήθελα. Επενδύω σε ανθρώπους που με κάνουν να αισθάνομαι ασφάλεια. Γενικά, η ασφάλεια και η σταθερά είναι σημαντικά για εμένα. Υλικά και συναισθηματικά. Χαίρομαι όταν μπορώ να εξασφαλίζω τις μικρές καθημερινές πολυτέλειες. Και, με τις πολυτέλειες, εννοώ πράγματα που θα έπρεπε να μην τα αποκαλούμε πολυτέλειες. Προσπαθώ να βλέπω κριτικά κι πολυπρισματικά τα πράγματα και, πιστεύω, πως ως έναν βαθμό το καταφέρνω.

·      Πότε ήρθες πρώτη φορά σε επαφή με το γράψιμο;

Θα έλεγα πως με το γράψιμο, σα μορφή έκφρασης της σκέψης, ήρθα πρώτη φορά σε επαφή στα τέλη του Δημοτικού που ο τότε δάσκαλος μας ανέθεσε να καταγράφουμε καθημερινά για ένα διβδόμαδο ημερολόγιο. Νομίζω τότε ήταν η πρώτη φορά που αναγνώρισα πως στη γραφή κρύβεται κάτι άλλο, πέραν της επίλυσης των σχολικών ασκήσεων. Κάτι που θα μου επέτρεπε να επεξεργάζομαι κάτι όλη μέρα στο κεφάλι μου και μετά να αποφορτίζομαι.

·      Αν δεν κάνω λάθος η «Λέσχη Αυγουστιάτικων Μοναστών» είναι το πρώτο σου βιβλίο. Πως αποφάσισες να καταπιαστείς με αυτό το θέμα;

Σωστά, είναι το πρώτο μου. Και αυτό, χωρίς να υπάρχει πρόθεση εξ αρχής τα διηγήματα να συγκροτήσουν συλλογή, ένα βιβλίο. Δε με σκεφτόμουν ποτέ ως συγγραφέα. Ωστόσο, η συγγραφή ήρθε πηγαία και αβίαστα, κατά συγκυρία ενός λογοτεχνικού διαγωνισμού διηγήματος που είχαν οι εκδόσεις «Κομνηνός» το 2024 κι έκτοτε, θέλησα την εκτόνωση και το ασφαλές μοίρασμα που ένιωσα στην  προστατευτική απόσταση του χαρτιού να την ξανανιώσω.

·      Ο τίτλος «Αυγουστιάτικη Λέσχη Μοναστών» δημιουργεί μια υπέροχη αντίθεση. Ο Αύγουστος στην Ελλάδα είναι ο μήνας της εξωστρέφειας, των διακοπών, της παρέας, του θορύβου, ενώ ο "μοναστής" παραπέμπει στην απομόνωση και την εσωτερικότητα; Τι δηλώνει ο τίτλος του βιβλίου σου;»

Ο τίτλος δηλώνει ακριβώς αυτό το μεταίχμιο στο οποίο ακροβατεί ο μήνας αυτός.  Τουλάχιστον, κατά τη δική μου οπτική.

Ο «Μοναστός» αποτελεί μια νεολογική σύνθεση των λέξεων «μόνος» και «αστός». Οι χαρακτήρες των ιστοριών βιώνουν τη μοναχικότητα ή τη μοναξιά (είναι διαφορετικά αυτά) είτε ως συνειδητή ανάγκη είτε ως αναπόφευκτη κατάληξη· ίσως, μάλιστα, οι δύο αυτές εκδοχές να συναντώνται στην προσωπική επιλογή. Το δεύτερο συνθετικό, «αστός», επιλέχθηκε επειδή οι περισσότερες αφηγήσεις εκτυλίσσονται σε πόλεις ή επειδή οι ήρωες έχουν ως βασικό τόπο διαμονής το αστικό περιβάλλον. Επιπλέον, καθώς κοινά θεματικά στοιχεία συνδέουν τους ήρωες, με διαφορετική ένταση και μορφή ανάλογα με το στάδιο της ζωής τους, δημιουργείται η αίσθηση ότι συγκροτούν άθελά τους μια άτυπη «λέσχη». Οι ιστορίες τους, επομένως, μοιάζουν να επικοινωνούν αόρατα μεταξύ τους κατά τη διάρκεια του Αυγούστου, ενός μήνα ξεχωριστού και μεταβατικού. Αν αυτή η αθέατη συνομιλία συνεχίζεται και τους υπόλοιπους μήνες του χρόνου παραμένει αβέβαιο. Και αυτό, καθώς ο Αύγουστος φαίνεται να συμπυκνώνει ολόκληρο τον ανθρώπινο βίο, κατά μία έννοια. Διαίσθηση που με συντρόφευε από νωρίς.

·      Το βιβλίο λειτουργεί σαν ένας ιδιότυπος χάρτης της Ελλάδας. Οι ήρωές σου «ταξιδεύουν» για να ξεφύγουν από κάτι, ή για να επιστρέψουν σε κάτι που έχασαν; Είναι το ταξίδι μια προσπάθεια αυτογνωσίας;

Πράγματι, κάθε ιστορία διαδραματίζεται σε διαφορετική τοποθεσία στην Ελλάδα, στη συντριπτική πλειοψηφία, και στο εξωτερικό. Συγχρόνως, στην κεντρική ιστορία μπορεί να παρεμβάλλονται άλλες δευτερεύουσες σε άλλες τοποθεσίες με τη σειρά τους. Με ελάχιστες εξαιρέσεις, ωστόσο, οι ήρωες των ιστοριών δεν ταξιδεύουν ακριβώς: έχουν ήδη φτάσει στον αυγουστιάτικο προορισμό τους ή δεν έφυγαν ποτέ. Οι ιστορίες τους ξεκινάνε από μία κομβική στιγμή στο μέχρι τότε διάβα τους, που λειτουργεί ως αφορμή για να εξετάσουμε αποσπασματικά το παρελθόν τους και με τα θραύσματα που μας δίνονται να προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε και να προβλέψουμε. Ο καθένας από εμάς, ενώνοντας τα κομμάτια βάσει της δικής μας «αποσκευής». Άλλωστε, αυτή είναι και η φόρμα του διηγήματος: έχει κορύφωση κι όχι λύση, εξέλιξη κι όχι πλοκή. Παράλληλα, ο αναστοχασμός πάνω στο παρελθόν που παρατηρούμε στην τριτοπρόσωπη αφήγηση γίνεται από τον αφηγητή κι όχι από τον ήρωα, ο οποίος ήρωας μάλλον είναι μετέωρος και επεξεργάζεται το υλικό που έχει δημιουργήσει και αυτό που του δόθηκε κοινωνικά. Το ζήτημα, λοιπόν, είναι ο αναγνώστης τι πιστεύει ότι κάνει ο ήρωας και, κατ’ επέκταση, τι κάνει ο ίδιος ταυτιζόμενος ή όχι με τον ήρωα.

·      Από το γαλάζιο των Κυκλάδων σε ένα από τα διηγήματά σου, μεταφερόμαστε στο εμβληματικό Κόκκινο Σπίτι της Χαλκίδας. Τα κτίρια - τοπόσημα κουβαλάνε τις δικές τους ιστορίες και "φαντάσματα". Πώς εντάσσεται αυτό το συγκεκριμένο αρχοντικό στην αφήγησή σου και τι συμβολίζει για τους ήρωές του συγκεκριμένου διηγήματος;

Το Κόκκινο Σπίτι είναι το αρχοντικό της οικογένειας Μάλλιου και σύμβολο της κοινωνικής και οικονομικής της ισχύος στην περιοχή στα τέλη του 19ου και αρχές 20ου αιώνα. Όπως ολόκληρο το φυσικό και αστικό τοπίο στη συλλογή, έτσι και η επιλογή του συγκεκριμένου τοπόσημου δεν είναι τυχαία, καθώς ο τόπος στα διηγήματα λειτουργεί σαν προέκταση του ψυχισμού των ηρώων, σαν διαμορφωτής του και διαμορφούμενος από αυτόν, σαν ένας ξεχωριστός χαρακτήρας-πρωταγωνιστής ο ίδιος. Στον «Άρχοντα των μαντιδών» ο Χαρίσης, γιος μιας εργατικής λαϊκής οικογένειας, βοηθάει τον πατέρα του που έχει συνεργείο καθαρισμού και ο Γεράσιμος, ο άλλος βασικός χαρακτήρας, είναι γόνος αστικής οικογένειας, εργοδότριας του πατέρα του Χαρίση. Επομένως, στη σκηνή που ο Χαρίσης στοχάζεται πάνω στην ταξική ανισότητα και βιώνει την αδικία, η επιλογή του συγκεκριμένου τοπόσημου, κρίθηκε ως η καταλληλότερη, για να δώσει ενσώματη υπόσταση σε αυτή τη σκέψη.

·      Γιατί επέλεξες τη μικρή φόρμα του διηγήματος για να ξετυλίξεις αυτές τις ιστορίες και όχι ένα ενιαίο μυθιστόρημα; Τι προσφέρει στον συγγραφέα αυτή η "αποσπασματική" αλλά ταυτόχρονα τόσο δεμένη αρχιτεκτονική;

Η φόρμα του διηγήματος επιτρέπει τη συμπύκνωση πυκνών νοημάτων και εμπειριών, όπου πολλά εκφράζονται άμεσα και ακόμη περισσότερα υποδηλώνονται. Παράλληλα, τα επιμέρους διηγήματα επιτρέπουν να συντεθεί ένα ενιαίο πολυφωνικό μωσαϊκό ανθρώπινων διαδρομών και βιωμάτων, υπογραμμίζοντας –παρά την ποικιλομορφία- τα μοτίβα που συνέχουν καθολικά τις διαδρομές των ηρώων (απώλεια, αλλαγή, μετάβαση, διαχείριση, ταυτότητα), συγκροτώντας μία πολυπρόσωπη οντότητα. Άλλωστε, το έργο αποτελεί μια συλλογή διηγημάτων που, παρότι διατηρούν την αυτονομία τους, συνδέονται μεταξύ τους και μπορούν να διαβαστούν ως ένα σπονδυλωτό μυθιστόρημα. Οι ιστορίες εκτυλίσσονται σε διαφορετικούς τόπους και παρακολουθούν πρόσωπα διαφορετικών ηλικιών, από νεαρά αγόρια έως ώριμους άνδρες. Ταυτόχρονα, το βιβλίο φιλοδοξεί να λειτουργήσει όχι μόνο ως συλλογή διηγημάτων ή ως σπονδυλωτό μυθιστόρημα, αλλά και ως μια μορφή πραγματείας. Η εσωτερική του δομή και η οργάνωση των κεφαλαίων, που αντλούν από τις αρχές της μαρξιστικής διαλεκτικής, προσφέρουν ένα πλαίσιο μέσα από το οποίο ο αναγνώστης μπορεί να στοχαστεί πάνω σε όψεις της σύγχρονης κοινωνικής πραγματικότητας, αλλά και σε ζητήματα που διατηρούν τη σημασία τους διαχρονικά.

·      Οι τόποι που αναφέρονται στο βιβλίο, είναι κομμάτι της ιστορίας των ηρώων του. Μπορεί τελικά ο άνθρωπος να ξεφύγει από τις ρίζες του, ή όλοι κουβαλάμε τον τόπο μας όπου κι αν πάμε;

Νομίζω όλοι κουβαλάμε τον τόπο μας όπου κι αν πάμε. Γιατί είμαστε διαμορφωμένοι από αυτόν και, ως έναν βαθμό, συμβάλλουμε και στη διαμόρφωσή του. Και λέγοντας τόπο, εννοώ, φυσικά, πέρα από το γεωγραφικό σημείο και τον ανθρώπινο παράγοντα. Τα τοπία και τα χτίσματα φέρουν ιστορία, αλλά αυτήν την έγραψε χέρι ανθρώπινο και κοινωνικές σχέσεις. Από μόνος του, συνεπώς, ο τόπος δεν είναι ούτε καλό ούτε κακό ζήτημα. Είναι αναπόφευκτο, αν με ρωτάς, να τον κουβαλάμε. Το θέμα είναι πώς τον αξιοποιούμε. Και αυτό το φορτίο έρχονται να διαχειριστούν όλοι οι χαρακτήρες της συλλογής. Άλλοι το καταφέρνουν καλύτερα κι άλλους ο τόπος τους καταπίνει. Ή, μάλλον, τον αφήνουν να τους καταπιεί.

·      Τι πιστεύεις; Ο σημερινός άνθρωπος, μέσα στο χάος της καθημερινότητας, έχει μεγαλύτερη ανάγκη από ποτέ να επιστρέψει σε κάτι σταθερό, όπως είναι ο τόπος καταγωγής, για να βρει τις ισορροπίες του;

Ο τόπος καταγωγής είναι πολλά πράγματα: νοσταλγία, επανεκκίνηση, ασφάλεια, άνθρωποι. Κι εγώ έχω ανάγκη να τον επισκέπτομαι. Και το κάνω συχνά. Ωστόσο, η επιστροφή στον τόπο καταγωγής από μόνη της δεν αρκεί για να βρει κανείς την ισορροπία του, καθώς η άποψη αυτή περιέχει έναν ιδεαλισμό και μια μοιρολατρική στάση ζωής, μια παθητικότητα. Και αυτό, με την έννοια πως η ισορροπία εννοείται ως κάτι δοσμένο κι αμετάβλητο που υπάρχει ατόφιο κάπου αφημένο για να το αφήσουμε και να το ξαναβρούμε. Ο άνθρωπος, όμως, στην πορεία του μετασχηματίζεται διαρκώς με τις νέες προσλαμβάνουσες που έρχονται να προστεθούν και να αναιρέσουν, να εμπλουτίσουν, να μετασχηματίσουν τις προηγούμενες. Θα ήταν αντιδραστικό να πολεμάμε την εξέλιξη και την πρόοδο στο όνομα μια φαινομενικής σταθερότητας. Καθώς, την ίδια στιγμή που την επικαλούμαστε, εκείνη είναι ήδη δυνάμει ετοιμόρροπη.  Ισορροπία στη ζωή για εμένα είναι η αποδοχή της ανάγκης για προσαρμογή στις αλλαγές και η επίγνωση πως καμία ισορροπία δε χαρίζεται, παρά προϋποθέτει αγωνιστική διεκδίκηση και κοινωνική ζύμωση.

·      Αν η Αυγουστιάτικη Λέσχη Μοναστών δεν ήταν βιβλίο, αλλά ήταν μια μουσική, ένας ήχος, ένα χρώμα ή μια συγκεκριμένη μυρωδιά, ποια θα ήταν αυτά;

Υπέροχη ερώτηση! Λοιπόν… Αν ήταν μουσική, σίγουρα, θα ήταν νοσταλγικό χτύπημα πλήκτρων στο πιάνο, με τη συνοδεία –σα χαλί- των ήχων της καθημερινότητας από τα μέρη που διαδραματίζονται οι ιστορίες. Χρώμα, θα έλεγα κάποια παστέλ απόχρωση του βεραμάν ή ένα βουτηγμένο στο φως του ήλιου κομμάτι του ουρανού. Μυρωδιά, πολλές, δυσκολεύομαι να διαλέξω. Δεκαοχτώ για την ακρίβεια: αντηλιακό και θαλασσινό αλάτι, βρύα στο ποτάμι, ηλιοκαμένα σπαρτά στο ξέφωτο, τσιμέντο να βράζει, μπύρα να αφρίζει στα πορώδη σκαλοπάτια, νυχτολούλουδα που ανθίζουν το δείλι πλάι στον βασιλικό, νοτισμένο χώμα στη βεράντα, φιδάκι αναμμένο για τα κουνούπια, ιδρώτας και λάστιχο ποδηλάτου, η αγκαλιά του φίλου, τσιγάρο σε αρωματισμένο λινό πουκάμισο, καφές ελληνικός κι αρμπαρόριζα.

·      Τι θα ήθελες να κρατήσει ο αναγνώστης κλείνοντας την τελευταία σελίδα του βιβλίου σου;

 Θα μου άρεσε πολύ να βγει πιο πλούσιος από εικόνες, σκέψεις και προβληματισμούς, να     αναστοχαστεί για τον ίδιο και για τους δικούς του και να τους ξαναδιαβάσει όλους από πιο σφαιρική οπτική. Αν, έστω σε μια ιστορία, βρήκε κάτι που τον αφορά, για εμένα αυτό θα ήταν συναρπαστικό.

·      Σκέφτεσαι να συνεχίσεις το γράψιμο; Τι σε εμπνέει;

Οπωσδήποτε. Το γράψιμο είναι έκφραση, ανάγκη. Αναρωτιέμαι αν υπάρχει επιλογή. Αυτό που με εμπνέει και, μάλλον, θα συνεχίσει, είναι το ίδιο υλικό: η ανθρώπινη εμπειρία, οι ανθρώπινες σχέσεις, ο ανθρώπινος μόχθος, οι μεταβάσεις στο διάβα της ζωής, τα φαινομενικά αδιέξοδά της και οι απτές ομορφιές της.

·      Τι θεωρείς δύσκολο στην συγγραφή, την έκδοση και το ταξίδι ενός βιβλίου σαν και το δικό σου στο ταξίδι του προς το αναγνωστικό κοινό;

Αναφορικά με τη συγγραφή, θα έλεγα πως βασική δυσκολία είναι η εύρεση χρόνου στην καθημερινότητα, καθώς και των κατάλληλων συνθηκών για να αφοσιωθεί κανείς στη συγγραφή. Προσωπικά, η γραφή δε με δυσκολεύει, εφόσον ξέρω τι θέλω να γράψω. Και, συνήθως, ξεκινώ από το τέλος και χτίζω πώς έφτασε εκεί ο ήρωας. Αλλά η συγγραφή με μια απαιτητική καθημερινότητα είναι πρόκληση. Για αυτό και ό, τι έχω γράψει είναι αποτέλεσμα συμπυκνωμένου σχετικά χρόνου, όπου υπήρχε η δυνατότητα να πέσει πολλή δουλειά. Γιατί, προσωπικά έτσι λειτουργώ: πρέπει να αφοσιωθώ σε κάτι, να τελειώσει, για να πω πάω στο επόμενο.

Αναφορικά, τώρα, με την έκδοση, το δύσκολο είναι να βρεθεί εκδοτικός που να πάρει το ρίσκο και να επενδύσει σε ένα είδος που δεν είναι και από τα «ευπώλητα», αυτό της εσωτερικής ελληνικής πεζογραφίας, και να επιτρέψει περιθώρια καλλιτεχνικής έκφρασης. Τέλος, ως προς το ταξίδι, εκεί -πέραν από όσα ανέφερα- σα δυσκολία θα συμπλήρωνα και την ολιγοαναγνωσία που παρατηρείται σε αντιδιαστολή με την πολυγραφία, που δημιουργεί ένα εξαιρετικά ανταγωνιστικό περιβάλλον, καταπίνοντας πολλά έργα. Και εκεί είναι, ακριβώς, που τα μέσα που ένας εκδοτικός μπορεί να διαθέσει, το μεράκι και η επένδυση που θα κάνει στο έργο μπορούν να κάνουν τη διαφορά. Γιατί, ένα βιβλίο που όλοι ξέρουν ότι κυκλοφορεί, αλλά δεν το βρίσκουν, είναι ένα βιβλίο που δεν υπάρχει. Ομοίως, κι ένα βιβλίο που κυκλοφορεί, αλλά κανείς δεν το ξέρει, είναι ένα βιβλίο που δεν υπάρχει.

·      Τι αγαπάς να κάνεις τον Αύγουστο;

Αναλόγως. Γενικά, δεν έχω ταυτίσει το καλοκαίρι με τη θάλασσα. Διακοπές έμαθα στα βουνά, στη Γορτυνία. Και οι βράχοι, οι βουτηγμένοι στο μπλε, δεν είναι ένα τοπίο που με συγκινεί. Τα τελευταία χρόνια, με τις τιμές εκεί που έχουν φτάσει, προτιμώ να πάω ένα ταξίδι στο εξωτερικό, να δώσω λιγότερα χρήματα και να επισκεφτώ κάποια πόλη, τα μουσεία και την ιστορία της. Να εξερευνήσω, να δω κάτι άλλο. Αυτό, γενικά, το αποζητώ, ανεξαρτήτως εξωτερικού ή εσωτερικού. Κάθε τόπος έχει να σου προσφέρει πράγματα, αρκεί να τα αναζητήσεις και κανένας τόπος δε χρωστάει στον επισκέπτη του τίποτα. Φέτος, ωστόσο, νομίζω θα ήθελα να χτίσω μια χαλαρωτική, δροσερή ρουτίνα που να τραβήξει σε διάρκεια και σε τίποτα να μη θυμίζει το τρέξιμο και την πίεση της καθημερινότητας. Όντως να διακόψω, να κάνω διακοπές.

                                         

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις